Τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου σαν DJ είχα πάρει μιά σοφή απόφαση. ΔΕΝ ΕΒΑΖΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ (εκτός από τις περιπτώσεις που ήταν προφανές ότι θα ακολουθούσε σεξ βέβαια, τα ελατήρια μου πάντα ταπεινά). Η απόφαση μου με έκανε αντιπαθητικό, αλλά τουλάχιστον είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
Τώρα που γέρασα, μαλάκωσα (ή βαρέθηκα) και άρχισα να βάζω κομμάτια που μου ζητούν, εκτός από Doors, Ελληνικά και Heavy Metal.
Τελικά μαλακία μου. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ικανοί να ΜΕ κάνουν τα νεύρα τσατάλια τόσο πολύ που να μην μπορώ να δουλέψω.
Εχθές παρόλο που έπαιζα σε ένα μισοάδειο μαγαζί, κατάφεραν με τις παραγγελιές να με διαλύσουν, λες και όλοι οι bad boozers είχαν δώσει ραντεβού γύρω μου.
Δεν φτάνει που μου ζητούσαν συνέχεια κομμάτια, τα ζητούσαν και με τον χειρότερο τρόπο, όχι από άποψη ευγένειας μόνο αλλά και από την άποψη ότι μου ζητούσαν ας πούμε τραγούδι από το γκρούπ που ήδη έπαιζα ή να μου ζητάν Beast of Bourbon την ώρα που (λόγω κόσμου) εγώ παίζω Duffy.
Αποκορύφωμα στις 3:15 παίζω το knocking on heaven’s door του Bob Dylan (τραγούδι του 1973 παρακαλώ) και έρχεται τύπος, μικρότερος μου, και μου λέει “Τιποτα Παλιό Θα Ακούσουμε Ρε Μεγάλε;”
Πόσο παλιό του λέω ρε μεγάλε; Σοφία Βέμπο;
Χρειάστηκαν 3 μπαρ και δέκα ποτά για να ηρεμήσω μέχρι τις 6 το πρωί γμτ κέρατο μου και έχει συνέχεια σήμερα. 😦
Αποφάσισα λοιπόν να βάζω μουσική φορώντας αυτήν (ή παρόμοια μπλούζα) από εδώ και πέρα.


