Ήταν ψηλή. Τόσο ψηλή που το στήθος της ήταν στο ύψος των ματιών μου. Επιπλέον ήταν ξανθιά. Αυτό το σούπερ είδος ξανθιάς που δένει αρμονικά με το μαύρο φρύδι, την μαύρη φαβορίτα, την μαύρη ρίζα και το αυθάδικο (και ενοχλητικό) μάσημα της τσίχλας. Επιπλέον του προηγούμενου επιπλέον ήτο και μικρή. Τόσο μικρή που θα μπορούσε να είναι κόρη μου. (στην πραγματικότητα ήταν φίλη της κόρης μιάς συμμαθήτριας μου)
Γειά σας.
Γειά μας. (πίνω)
Όχι εννοώ Γειά σας.
Γειά μας (ξαναπίνω).
Δεν πιάνει το αστείο και συνεχίζει.
Ωραία μουσική παίζετε.
Ευχαριστώ λέω απ΄έξω μου (ωχ λέω από μέσα μου)
Τι άλλο θα μας παίξετε;
Πολλά απαντώ.
Θα βάλετε όμως κάτι να χορέψουμε;
Μα…χορευτικά παίζω.
Α!!!
(ξαναπίνω)
Θα βάλετε όμως κάτι να χορέψω και εγώ;
Και σαν τι θες να χορέψεις;
Ελληνικά.
Δεν παίζω Ελληνικά.
(έκπληκτη)…ούτε τσιφτετέλια;
ούτε
(ακόμα πιό έκπληκτη) Μα γιατί;
Δεν απαντώ. Βάζω τα ακουστικά και κάνω ότι ψάχνω τραγούδι.
Φεύγει.
Μισή ώρα μετά επιστρέφει. Βαστά ποτήρι με ποτό ανεξιχνίαστου χρώματος και σύνθεσης.
Πως σε λένε; (πάει ο πληθυντικός)
Κώστα. Εσένα;
Σόνια.
Σόνια σου αρέσουν τα γκαρσόνια;
Δεν πιάνει το αστείο και πάλι, ψάχνει με μιά εξεταστική ματιά τον χώρο και λέει.
Νομίζω ότι δεν έχει γκαρσόνια, εγώ από το μπαρ το πήρα.
Καλά, αν βρείς ένα γκαρσόνι να με χέσεις πες του να μου φέρει ένα ποτό.
Ακόμα ψάχνει.
ΥΓ όπου ΜΟΥ φυσικά βάζουμε ΜΕ, απλά η ιστορία έγινε τον Χειμώνα στην Αθήνα γιαυτό και το μετέφρασα στα χαμουτζήδικα.

