Όταν οι Portishead έβγαλαν το Dummy το 1994 είχα μείνει άφωνος, ήταν ότι καλύτερο και πιό πρωτότυπο πράγμα (μαζί με τον συνοδοιπόρο Tricky) είχα ακούσει από χρόνια.
Λίγα χρόνια μετά, όταν τους είδα ζωντανά στην Φρεατίδα, η εντύπωση μου αυτή ενισχύθηκε. Καταπληκτικό trip-hop, χαμηλών τόνων αλλά χορευτική ταυτόχρονα μουσική και πάνω από όλα η εξαιρετική φωνή της Beth Gibbons που από την πρώτη φορά που την άκουσα μου έφερνε ανατριχίλα στην σπονδυλική στήλη.
Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την επόμενη δουλειά τους το Dummy έγινε κλασσικό. Ο δεύτερος δίσκος ήταν διαφορετικός. Πιό εσωτερικός και πιό συμβατικός, δεν ήταν Dummy, ήταν όμως ένας αξιοπρεπέστατος δίσκος και η φωνή ήταν πάντα εκεί.
Ένα χρόνο μετά έκαναν μιά ζωντανή εμφάνιση με την Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης η οποία είχε σαν αποτέλεσμα το Roseland NYC Live (1998). Σπάνια τέτοια εγχειρήματα με αγγίζουν, ασχολήθηκα ελάχιστα με τον δίσκο και [κάπου εκεί τους έχασα.
Φτάνουμε λοιπόν στο 2008, 17 χρόνια μετά την δημιουργία τους και 14 από τον πρώτο δίσκο και μετά από διάφορες προσωπικές δουλειές των μελών, βγάζουν το Third.
Μάλιστα.
Τον ακούω λοιπόν τον δίσκο εδώ και δέκα μέρες.
Συνήθως με την τρίτη φορά έχω άποψη για αυτό που ακούω. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όχι. Έχω καταμπερδευτεί.
Ξέρω ότι ο δίσκος ΔΕΝ είναι κακός. Δεν είναι “αρπαχτή” και δεν σε απογοητεύει.
Το θέμα είναι ότι δεν ξέρω αν είναι καλός.
Και το ακόμα χειρότερο, ότι η φωνή της Μπεθ δεν με ανατριχιάζει πιά.
Πέρασε ο καιρός τους; με κούρασε η “κλάψα”; δεν έχω το mood να ξανακούσω κάτι τέτοιο; κακογέρασα; Μπορεί όλα μαζί. Δεν ξέρω. Δεν βρήκα πάντως ένα τραγούδι να ΜΕ κάνει κλικ. Καλύτερη στιγμή ίσως του άλμπουμ το Magic Doors. Συμπαθητικό και το κομμάτι που ακολουθεί.
Portishead – Machine Gun
Θα τον ξανακούσω.


