Το πολύ κατατοπιστικό ποστ που διάβασα στο iLoveThessaloniki μου θύμισε ένα προσωπικό παιδικό τραύμα καθώς και την απαρχή της απέχθειας μου σε κάθε είδους στολή (ή “στολή”).
Στα πρώτα δύο χρόνια του Δημοτικού όλα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια φορούσαμε ποδιές. Ομοιόμορφες καρώ, γαλάζιες τα αγοράκια, ροζ τα κοριτσάκια. Η χαρά μου ήταν τεράστια όταν κάποια μέρα μας ανακοίνωσαν ότι μπορούμε να φοράμε ότι ρούχα θέλουμε.
Πίστεψα ότι ποτέ ξανά δεν θα με ανάγκαζε κάποιος να φορέσω κανενός είδους στολή. Ίσως να έφταιγε (φταίει ακόμα) ότι σαν μοναχοπαίδι που ήμουν δεν είχα συνηθίσει ούτε τις ομοιομορφίες ούτε τις μαζικότητες.
Φευ, λίγα χρόνια μετά αλλάξαμε γειτονιά, σχολείο κλπ και μέσα στην προσπάθεια των γονιών μου να “κοινωνικοποιηθώ” αποφάσισαν να με γράψουν στους προσκόπους.
Δεν είχα ιδέα για το τι είναι οι πρόσκοποι εκτός του ότι ήταν κάποτε ένας θείος μου και ότι εκεί μαθαίνουν πολλά και χρήσιμα πράγματα.
Παράλληλα ξεκίνησε το σχολείο (Γ΄Δημοτικού) όπου άκουγα τα παιδάκια να μιλούν για το Σπίτι του Πελοπίδα ή αλλιώς του Πελόπα, ένα διώροφο εγκαταλελειμμένο σπίτι στο υπόγειο του οποίου υποτίθεται ότι υπήρχε ένα μπαούλο γεμάτο κόκαλα και αίματα από σφαγμένα παιδάκια. (μην γελάτε 4 χρόνια μετά, στον σεισμό του 1978 μεγάλοι άνθρωποι ορκίζονταν ότι με ένα παρόμοιο μπαούλο κυκλοφορούσε μιά γριά μέσα σε ένα ταξί!!!). Το πρόβλημα ήταν ότι εγώ δεν ήξερα ακόμα που βρισκόταν το σπίτι αυτό (τελικά ήταν στην οδό Κρήτης).
Ξημέρωσε τέλος πάντων η μέρα που θα γραφόμουν στους προσκόπους. Ο Πατέρας μου με πήγε πρώτα στον κουρέα.
Μόλις αυτός έβγαλε την μηχανή για να τα πάρει όλα, του λέει ο Πατέρας μου να μου τα κόψει “μοντέρνα”.
“Α κατάλαβα, τύπου Beatles” είπε αυτός (μην γελάς, οι Beatles είχαν διαλύσει δύο μόνο χρόνια πριν).
Πάμε λοιπόν ο Πατέρας μου και εγώ, με ένα μαλλί σαν να έχω βάλει ένα καθίκι ανάποδα στο κεφάλι μου και ενώ είμαι ψύχραιμος βλέπω ξαφνικά αυτό:

(λίγο πιό κόκκινο πριν 35 χρόνια) και αρχίζω να συνδυάζω το κόκκινο χρώμα του με τα αίματα στο μπαούλο του Πελόπα πιστεύοντας ότι είναι το ίδιο σπίτι.
Εντελώς τρομοκρατημένος μπαίνω μέσα, όπου προς μεγάλη μου (και δυσάρεστη) έκπληξη βλέπω καμιά τριανταριά παιδάκια (και όχι μόνον παιδάκια, είχε και κάτι μαντράχαλους) ντυμένα ομοιόμορφα με τις στολές τους (νομίζω Ναυτοπρόσκοποι) να τραγουδάν τα συνθήματα τους με τις γαϊδουροφωνάρες τους.
Βάζω τα κλάματα, αφήνω το χέρι του Πατέρα μου και αρχίζω να τρέχω την (διπλής κατεύθυνσης τότε) Β. Όλγας για να γυρίσω, όχι στο νέο μας σπίτι, αλλά πίσω στην ασφάλεια του…Ντεπώ!

