Δύο μέρες τώρα ακούω τον δίσκο των The Good The Bad & The Queen.
Χμ…
Λοιπόν ο δίσκος δεν έχει καμία σχέση με αυτό που περίμενα. ( δές και εδώ)
Έχοντας ακούσει το σιγκλάκι, καθώς και μία ζωντανή παρουσίαση του δίσκου είχα την εντύπωση ότι μιλάμε για έναν ( πολύ καλό ) δίσκο ενός συγκροτήματος, και όχι αυτό που τελικά είναι, ένας απόλυτα προσωπικός δίσκος του Damon Albarn.
Ο δίσκος είναι πιο κοντά στο Eraser του Thom Yorke που κάνει τα πάντα μόνος του σε ένα λάπτοπ, παρά σε μία συλλογική δουλειά ενός γκρουπ.
Ποιος ο λόγος δηλαδή να υπάρχει στο γκρουπ ο Paul Simonon όταν το μπάσο του ακούγεται μόνο σε ένα κομμάτι, και πόσο μάλλον να έχεις ντράμερ τον θρύλο Tony Allen και τα ντραμς να είναι θαμμένα σχεδόν σε όλα τα τραγούδια; ( Αυτά που παίζει βέβαια, στο μόνο ουσιαστικά κομμάτι που είναι πάνω του, είναι ικανά να στείλουν πολλούς ντράμερ πίσω στα ωδεία).
Το αποτέλεσμα βέβαια δικαιώνει τον Albarn. Ο δίσκος είναι εξαιρετικός, θέλει αρκετά ακούσματα αλλά τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά σε βάζει στην Λονδρέζικη ατμόσφαιρα τύπου “Gost Town” που κατά δήλωση του ήταν ο σκοπός της δημιουργίας του δίσκου.
P.S. στα credits, βιολί η Antonia Pagoulatos ( Gorillas, Melanie c, Tony Allen)


