01/09/2026
Thessaloniki, GR 29 C
Expand search form

pissed off

Adj. 1. pissed off – aroused to impatience or anger; “made an irritated gesture”; “feeling nettled from the constant teasing”; “peeved about being left out”; “felt really pissed at her snootiness”; “riled no end by his lies”; “roiled by the delay”
annoyed, irritated, miffed, nettled, peeved, pissed, riled, roiled, stung, steamed
displeased

Previous Article

Ο υποψήφιος ΕΚΠΛΗΞΗ για την αρχηγία της ΝΔ

Next Article

Bela Lugosi’s Dead

You might be interested in …

Ούτε καν τα μωρά δεν τσιμπάνε.

Απορία της κόρης την ώρα των διαφημίσεων: “Μπαμπά, είναι δυνατόν να γίνει κάποιος τόσο χαρούμενος επειδή απλά ήπιε έναν χυμό;” . Εγώ: “Όχι αγάπη μου δεν γίνεται βέβαια” . Η άλλη κόρη: “Μα καλά για […]

Επιτέλους λίγο κρύο

Κρύο καιρός γιά δύο (ποτηράκια παραπάνω) Επιτέλους μαντρωθήκαμε μέσα. Τέρμα τα τραπεζάκια έξω (το βράδυ τουλάχιστον) κλειστές επιτέλους οι πόρτες, ΔΥΝΑΤΑ Η ΜΟΥΣΙΚΗ, επιτέλους κάπνα (η γυναίκα μου είχε αρχίσει να αμφιβάλει για το πού […]

best banner ever

Και ΜΕ θύμισε μιά ατάκα από μία ταινία. “Εμείς οι δικηγόροι είμαστε τα σκουλήκια της κοινωνίας. Οι δικηγόροι διαζυγίων είμαστε η μούχλα κάτω από τα σκουλήκια”!!!