01/11/2026
Thessaloniki, GR – 15 C
Expand search form

pissed off

Adj. 1. pissed off – aroused to impatience or anger; “made an irritated gesture”; “feeling nettled from the constant teasing”; “peeved about being left out”; “felt really pissed at her snootiness”; “riled no end by his lies”; “roiled by the delay”
annoyed, irritated, miffed, nettled, peeved, pissed, riled, roiled, stung, steamed
displeased

Previous Article

Ο υποψήφιος ΕΚΠΛΗΞΗ για την αρχηγία της ΝΔ

Next Article

Bela Lugosi’s Dead

You might be interested in …

Tropic Thunder

Προσπαθώ να θυμηθώ ποιός ΜΕ έψησε να δω το Tropic Thunder επιμένοντας ότι είναι η πιό αστεία ταινία που είδε πέρυσι. Άντεξα μέχρι το 29:35

ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ η (πικρή) συνέχεια.

Το Φυσικό Αέριο το είχα πάρει από την αρχή στραβά. Πιθανόν να θυμάστε το άρθρο που ανέβασα όταν είχα πρωτοβάλει (αν δεν το θυμάστε κλικ ΕΔΩ) για το οποίο άρθρο πολλοί με έκραξαν επειδή ντεμέκ […]

Εναλλακτική μπούρδα

Όταν ξεκινάς την μέρα σου ακούγοντας την ομιλία του Σαμαρά (με το κωδικό όνομα Ζάππειο 2, όπως λέμε Exterminator 2) δεν είναι πολλά αυτά που μπορείς να κάνεις. Απλά μετανιώνεις που ξύπνησες, βρίζεις, εκνευρίζεσαι (ή […]