12/10/2026
Thessaloniki, GR – 17 C
Expand search form

pissed off

Adj. 1. pissed off – aroused to impatience or anger; “made an irritated gesture”; “feeling nettled from the constant teasing”; “peeved about being left out”; “felt really pissed at her snootiness”; “riled no end by his lies”; “roiled by the delay”
annoyed, irritated, miffed, nettled, peeved, pissed, riled, roiled, stung, steamed
displeased

Previous Article

Ο υποψήφιος ΕΚΠΛΗΞΗ για την αρχηγία της ΝΔ

Next Article

Bela Lugosi’s Dead

You might be interested in …

Αυτοπροσδιορισμός

Από την μέρα που ξεκίνησε το Indiblog, είχε ένα πρόβλημα ταυτότητας (το ίδιο ακριβώς με τον διαχειριστή του). Εγώ, για καιρό πίστευα ότι ήταν ένα μουσικό blog. Άλλοι όχι. Τα ΝΕΑ ας πούμε πιστεύουν ότι […]

Jimi Hendrix 1942 – 1970

Στην ιστορία της ποπ/ροκ μουσικής δεν είναι πάνω από δέκα οι καλλιτέχνες/ γκρουπ που άλλαξαν πραγματικά την ροή της. Και όταν λέω άλλαξαν δεν εννοώ κάποιον που εξ αποκαλύψεως ή από παρθενογένεση “ανακάλυψε” κάτι (αυτό […]